Η δεκαετής οικονομική κρίση, αλλά και οι κρίσεις που ακολούθησαν (υγειονομική, ενεργειακή, πληθωριστική) εξακολουθούν να «πληγώνουν» τα νοικοκυριά παρά την αύξηση των εισοδημάτων και κατ’ επέκταση της καταναλωτικής δαπάνης τα τελευταία χρόνια, καθώς το χάσμα συγκριτικά με το 2008 εξακολουθεί να είναι μεγάλο.
«Το ελληνικό εμπόριο το 2025 αναμένεται να κινηθεί σε ένα περιβάλλον σχετικά χαμηλότερης ανάπτυξης και μειωμένης καταναλωτικής δαπάνης, κάτι που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενός γενικότερου προβληματισμού», όπως αναφέρει ο Σταύρος Καφούνης, πρόεδρος Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), προλογίζοντας την ετήσια έκθεση ελληνικού εμπορίου 2024 με την ερευνητική συνεισφορά του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ).
Όξυνση των ανισοτήτων
Το 2008, προ της οικονομικής κρίσης, περισσότερα από 1 στα 3 νοικοκυριά (ποσοστό 35%) είχε μηνιαίο εισόδημα πάνω από 2.801 ευρώ, τώρα (στοιχεία 2023) σε αυτές τις εισοδηματικές κατηγορίες ανήκει μόλις το 13,7%!
Στον αντίποδα τα νοικοκυριά που βρίσκονται στις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες (έως 1.100 ευρώ μηνιαίως) από 15,4% που ήταν το 2008 πλέον έχει εκτιναχθεί σχεδόν στο 33% και ενώ συρρικνώθηκε σημαντικά το μερίδιό τους στο σύνολο των ελληνικών νοικοκυριών τη διετία 2021- 2022, στοιχείο που σηματοδοτεί τη βελτίωση των εισοδημάτων συνολικότερα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο της κατώτερης εισοδηματικής κατηγορίας «μέχρι 750 ευρώ» αυξήθηκε από 4,7% το 2008 σε 12,7% το 2018, αποτυπώνοντας τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης στην εισοδηματική κατανομή.
Ωστόσο, την τετραετία 2019-2022, παρατηρείται σταδιακή μείωση της συμμετοχής των νοικοκυριών σε αυτή την κατηγορία, η οποία περιορίστηκε στο 7,6% το 2022.
Το 2023 η χαμηλότερη εισοδηματική κατηγορία διπλασιάζεται με ένα ποσοστό 15,5% των νοικοκυριών να βρίσκονται σε αυτή.
Παρόμοια τάση καταγράφεται και στην εισοδηματική κατηγορία «από 751 έως 1.100 ευρώ», όπου το μερίδιο μειώθηκε από 17,9% το 2018 σε 11,5% το 2022, ενώ το 2023 αυξάνεται στο 17,3%.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΕΣΕΕ, αυτό που παρατηρείται για τις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες είναι η σημαντική αύξηση του μεριδίου τους στο σύνολο των ελληνικών νοικοκυριών, γεγονός που υποδεικνύει τη φθίνουσα κοινωνική κινητικότητα και την όξυνση των ανισοτήτων.
Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να συνδέεται με το γενικά ασταθές μακροοικονομικό περιβάλλον που επικρατεί στην Ελλάδα μετά την κρίση του 2008, την ταχύτατη άνοδο του πληθωρισμού, καθώς και τις σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας, οι οποίες επηρέασαν δυσανάλογα τις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες.
Μείωση 20,4% της καταναλωτικής δαπάνης από το 2008 έως το 2023
Η καταναλωτική δαπάνη κινήθηκε μεν ανοδικά μέχρι το 2023, οπότε και σταματούν τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, αλλά αφενός κατευθύνθηκε σε αγορές κυρίως των απαραίτητων αγαθών και αφετέρου υπολείπεται ακόμη σημαντικά του προ της κρίσης χρέους επιπέδου, ακόμη και σε ονομαστικούς όρους.
Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακές ανισότητες, σε όρους κατανάλωσης, επιμένουν, παρά τα σχετικά προγράμματα, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής.
Συγκεκριμένα, μεταξύ των ετών 2008 και 2023, η συνολική μηνιαία δαπάνη καταγράφει πτώση της τάξης περίπου 20,4% (από 2.117,6 ευρώ σε 1.685,28 ευρώ).
Η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά παρουσιάζει, ως ποσοστό της συνολικής δαπάνης, μια αξιοσημείωτη αυξητική τάση.
Πιο αναλυτικά, το 2008 το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 16,4%, ενώ μέχρι το 2018 είχε αυξηθεί κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης υγείας, φτάνοντας στο 23,1% το 2020 και σχεδόν στο 22% το 2021. Το 2022, ωστόσο, παρατηρείται μερική υποχώρηση της τάσης αυτής, με το ποσοστό να μειώνεται κατά 1,1%. Το 2023 φαίνεται να υπάρχει μια σταθεροποίηση καθώς η κατανάλωση κυμαίνεται στο 20,7% της συνολικής δαπάνης σε σχέση με 20,9% το 2022.
Τρόφιμα VS ένδυσης και υπόδησης
Η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης για είδη διατροφής αποδίδεται σε μια σειρά από παράγοντες. Ο ανελαστικός χαρακτήρας των ειδών διατροφής, καθώς αποτελούν βασικά αγαθά απαραίτητα για την επιβίωση, καθιστά τη ζήτηση για αυτά ελάχιστα ευάλωτη, σχεδόν ανεξάρτητα από τις οικονομικές συνθήκες.
Παράλληλα, η όξυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος αναγκάζονται να δαπανούν συνεχώς μεγαλύτερο μέρος του περιορισμένου εισοδήματός τους για τρόφιμα.
Επιπλέον, η σημαντική αύξηση του πληθωρισμού στα είδη διατροφής, που άγγιζε το 8,9% από τον Δεκέμβριο του 2022 έως τον Δεκέμβριο του 2023, επιβάρυνε περαιτέρω τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Παρατηρείται το γεγονός ότι ενώ ο πληθωρισμός στα τρόφιμα επιβαρύνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η δαπάνη για τρόφιμα, ποτά και καπνό καταγράφει μια υποχώρηση. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα νοικοκυριά αγοράζουν μικρότερες ποσότητες αγαθών, καθώς οι αυξημένες τιμές τα οδηγούν σε πιο συγκρατημένες αγορές. Έτσι, παρά την άνοδο των τιμών, η συνολική δαπάνη ενδέχεται να εμφανίζεται μειωμένη.
Αντίστροφη πορεία ακολούθησαν οι θεωρούμενες ως πιο ελαστικές δαπάνες, όπως αυτές για είδη ένδυσης και υπόδησης.
Η ποσοστιαία μεταβολή της καταναλωτικής δαπάνης για είδη ένδυσης και υπόδησης την περίοδο 2008-2023 παρουσιάζει πτωτική τάση με κάποιες μικρές διακυμάνσεις.
Το 2008, το ποσοστό της δαπάνης ήταν 8,2%, αντανακλώντας υψηλότερη σχετική προτεραιότητα των νοικοκυριών στα συγκεκριμένα είδη. Μέχρι το 2018, το ποσοστό μειώνεται σημαντικά στο 5,8% και διατηρείται σε παρόμοια επίπεδα το 2019 (5,8%).
Το 2020, εν μέσω της πανδημίας, καταγράφεται περαιτέρω μείωση στο 4,6%, λόγω περιορισμένων επαγγελματικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων και αλλαγών στις καταναλωτικές συνήθειες. Το 2021 σημειώνεται μικρή ανάκαμψη στο 5,0%, πιθανώς λόγω της άρσης των περιορισμών, αλλά ακολουθεί νέα μείωση το 2022 (4,8%) και το 2023 (4,7%).
Οι μεταβολές αυτές αποτυπώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, των αλλαγών στις προτεραιότητες κατανάλωσης και της προσαρμογής σε συνθήκες περιορισμένου διαθέσιμου εισοδήματος.
Πηγή: ot.gr