Η απόφαση της γαλλικής δικαιοσύνης να αποκλείσει ουσιαστικά τη Μαρίν Λεπέν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2027 έρχεται σε μια τρομερά περίπλοκη στιγμή για τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Η απόφαση φυσικά μπορεί να αλλάξει μετά από εφέσεις, όμως τόσο η ρητορική της Λεπέν όσο και οι δηλώσεις των συμμάχων της δείχνουν μια αποδοχή των συνεπειών του δεδικασμένου: η αρχηγός της Ακροδεξιάς κατά πάσα πιθανότητα δεν θα κατέβει στις εκλογές του 2027, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία.
Η Λεπέν έσπευσε να καταδικάσει τον «αυταρχισμό» των δικαστών και την «πολιτική δίωξη» που υφίσταται. Φυσικά η γαλλική δικαιοσύνη στο παρελθόν έχει ερευνήσει πολιτικούς όλων των παρατάξεων για ζητήματα διαφθοράς, η κατηγορία περί μεροληψίας σε βάρος της Λεπέν επομένως δεν στέκει από αυτήν την άποψη. Σίγουρα όμως είναι η πρώτη φορά που μια δικαστική απόφαση προαποφασίζει ένα αποτέλεσμα εκλογών. Με βάση τις δημοσκοπήσεις σήμερα, η Λεπέν θα ήταν το πρώτο φαβορί για την προεδρία το 2027. Χωρίς τη δική της συμμετοχή, και με κενό ηγεσίας στις περισσότερες άλλες παρατάξεις, οι εκλογές πιθανότατα θα εντείνουν το αίσθημα έλλειψης αντιπροσώπευσης που κυριαρχεί στη γαλλική κοινωνία.
Η αίσθηση αδικίας για τη Λεπέν επιτείνεται από το γεγονός ότι, όπως οι αναλυτές της απόφασης συμφωνούν, οι δικαστές δεν την τιμώρησαν για προσωπική διαφθορά, σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς συστημικών κομμάτων που έχουν δικαστεί στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια. Η Λεπέν κρίθηκε ένοχη επειδή το κόμμα της χρησιμοποίησε πόρους του Ευρωκοινοβουλίου, που έπαιρνε κανονικά καθώς είχε εκλεγμένους ευρωβουλευτές, για να χρηματοδοτήσει τη δράση του εντός της Γαλλίας. Αυτό θεωρήθηκε εξαπάτηση των ευρωπαίων φορολογουμένων και καταστρατήγηση των κανόνων πολιτικής χρηματοδότησης. Είναι ένα ανοικτό ερώτημα αν είναι μόνο το κόμμα της Λεπέν και η Γαλλία η μόνη χώρα όπου πόροι του Ευρωκοινοβουλίου ανακατευθύνονται παρατύπως σε εθνικά κομματικά ταμεία και αν άλλες περιπτώσεις διερευνηθούν κάποτε αναλόγως.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η γαλλική πολιτική ασχολείται με τα οικονομικά του κόμματος Λεπέν. Πριν από περίπου μια δεκαετία είχε γίνει ζήτημα όταν το κόμμα είχε λάβει δάνειο από μια τσεχική τράπεζα με ρωσικές διασυνδέσεις. Η Λεπέν είχε ανταπαντήσει ότι το δάνειο ήταν απαραίτητο καθώς το κόμμα της ήταν αποκλεισμένο από κάθε άλλη πηγή χρηματοδότησης, σε αντίθεση με τα άλλα γαλλικά κόμματα. Χωρίς εκείνο το δάνειο, η Λεπέν δεν θα είχε χρήματα για τις προεκλογικές της εκστρατείες το 2017 (κυρίως) και το 2022.
Τα ζητήματα που εγείρονται από αυτές τις υποθέσεις είναι προφανή, όσο και αν αντιπαθεί κάποιος τη Λεπέν και τις ιδέες της. Ο διαφαινόμενος αποκλεισμός της από τις εκλογές έρχεται μόλις μερικές εβδομάδες μετά τη σκληρή ομιλία στο Μόναχο του Τζέι Ντι Βανς σχετικά με την ακύρωση του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Ρουμανία που είχε κερδίσει ο φιλορώσος Γκεοργκέσκου, ο οποίος τελικά αποκλείστηκε και αυτός από τις επαναληπτικές εκλογές με δικαστική απόφαση. Στις ΗΠΑ φυσικά είχαμε σειρά διώξεων εναντίον του Τραμπ, κάποιες για ζητήματα υπαρκτά και πολύ σοβαρά αλλά και άλλες για ζητήματα επουσιώδη και σε έναν βαθμό μεγεθυμένα από την κομματική πόλωση. Η εν λόγω απόφαση μπορεί να δώσει πάτημα ακόμα και σε ηγέτες τύπου Πούτιν και Ερντογάν να πουν ότι το δικό τους μοντέλο «ελεγχόμενης δημοκρατίας» δεν είναι τελικά χειρότερο από ό,τι συμβαίνει στην ΕΕ.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης των κομμάτων σε μια δημοκρατία είναι και αυτό σημαντικό και περίπλοκο. Η αναζήτηση πόρων από εξωτερικούς χρηματοδότες με ασαφή κίνητρα είναι προφανώς προβληματική. Ομως από ποιο σημείο και μετά ο αποκλεισμός τέτοιων κομμάτων παύει να προστατεύει τη δημοκρατία αλλά αντίθετα τη θέτει σε κίνδυνο όταν αυτά τα κόμματα έρχονται στην εξουσία έχοντας εν τω μεταξύ αναπτύξει εξαρτήσεις από σκοτεινά κέντρα;
Υποθέσεις όπως αυτή της Λεπέν θέτουν τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας προ των ορίων τους. Σε εποχές βαθιάς δυσπιστίας για τις πολιτικές ελίτ και ραγδαίας ανόδου αντισυστημικών κομμάτων, η ίδια η έννοια της «ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών» μοιάζει κενό γράμμα, όχι λόγω της λειτουργίας που αυτοί επιτελούν, αλλά γιατί αν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει ήδη κλονιστεί για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ακόμα και οι ορθές τους αποφάσεις μπορεί να επιταχύνουν την απονομιμοποίησή τους. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δείχνει να βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο όπου κάθε μέτρο προστασίας της τελικά αυξάνει την καχυποψία σε βάρος της.
Ο Aγγελος Χρυσόγελος είναι ερευνητής σε ζητήματα Λαϊκισμού και Διεθνών Σχέσεων στο Global Populism Cluster του Weatherhead Center for International Affairs του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ
Πηγή: tanea.gr