Του Μπούκοβι την ομαδάρα | in.gr

shopflix

Οι περισσότεροι προπονητές δεν ορίζουν τον τρόπο που θα αποχωρήσουν από μια ομάδα – άλλοι φεύγουν και δεν το θυμάται κανείς και για άλλους η αποχώρησή τους συζητιέται για χρόνια. Ο Μπούκοβι όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Η παραίτησή του, ένα σίριαλ με πολιτικές προεκτάσεις που διήρκεσε δύο εβδομάδες και διαδραματίστηκε κυρίως στους διαδρόμους της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, δεν επισκίασε απλώς τις δυόμισι περίπου σεζόν που βρέθηκε στον πάγκο του Ολυμπιακού, αλλά γέμισε και με ματαιωμένες προσδοκίες και ευσεβείς πόθους όλους τους Ολυμπιακούς: στο μυαλό τους ο Μπούκοβι ήταν αυτός που θα έχτιζε μια νέα ερυθρόλευκη δυναστεία, θα χάριζε στον Ολυμπιακό το Κύπελλο Πρωταθλητριών, θα έκανε τον Κούδα να μεγαλουργήσει με τα ερυθρόλευκα και αμέτρητα άλλα.

Αποτέλεσε ένα κομμάτι της μυθολογίας του συλλόγου που τον συντροφεύει μέχρι και σήμερα, σχεδόν 60 χρόνια ύστερα από εκείνες τις φωτογραφίες στον σταθμό Λαρίσης, όταν χαιρετούσε συγκινημένος από το βαγόνι του τρένου τους λίγους επιστήθιους φίλους του που είχαν πάει για να τον χαιρετίσουν πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για την Ουγγαρία. Ουσιαστικά φευγαδεύτηκε και έφυγε εν κρυπτώ, προκειμένου να αποφευχθούν όσα συνέβησαν στον Πειραιά μόλις μερικές μέρες πριν, όταν για πρώτη φορά η για μήνες διακινούμενη φήμη ότι ο Μπούκοβι σκέφτεται να αποχωρήσει από τον Ολυμπιακό αποκτούσε σάρκα και οστά.

Ανθρωπος με βαθιά δημοκρατικά πιστεύω, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με το αυταρχικό καθεστώς. Η παρουσία του, ως μιας προσωπικότητας με διεθνές κύρος και ανεξάρτητη φωνή, αποτελούσε πρόκληση για τη χούντα

«Πατέρας»

Θα υπάρχει πάντοτε η σκηνή στο βιβλίο του Θανάση Σκρουμπέλου «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι» με την πομπή των οπαδών του Ολυμπιακού, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από κάθε γωνιά του Πειραιά έξω από το ξενοδοχείο Castella στην τότε Λεωφόρο Παύλου και ζητούσαν από τον Μάρτον Μπούκοβι να ανακαλέσει την προφορική παραίτησή του και να παραμείνει στην ομάδα.
Ο Ολυμπιακός είχε ηττηθεί στο Καραϊσκάκη από την ΑΕΚ με 1-4. Ο Μπούκοβι μετά τον τέλος του αγώνα μπήκε στα αποδυτήρια και αποχαιρέτησε τους παίκτες του. Το περιστατικό διαδόθηκε ταχύτητα από στόμα σε στόμα από το Νέο Φάληρο στα Καμίνια, στην Καστέλλα, στο Πασαλιμάνι, τη Φρεαττύδα, τον Αγιο Διονύση και την Αγία Σοφία και από εκεί σε Δραπετσώνα, Κερατσίνι, Αμφιάλη, Νίκαια, Κορυδαλλό. Χρειάστηκαν ωστόσο τα ρεπορτάζ της επόμενης μέρας ώστε να κινητοποιηθεί μαζικά η βάση των φιλάθλων.

Οι συνθήκες της αποχώρησής του λειτούργησαν ως μεγεθυντικός φακός για τα πεπραγμένα του στη διάρκεια των 31 μηνών της θητείας του – με τα χρόνια η νοσταλγία θόλωσε τα όρια ανάμεσα σε όσα ορθά του πιστώνονται και σε όσα ο κόσμος ήθελε να του αποδώσει. Τον Δεκέμβριο του 1967, ο Ολυμπιακός ήταν εν ενεργεία πρωταθλητής έχοντας κατακτήσει δύο διαδοχικούς τίτλους (1966, 1967), ύστερα από μια «άνυδρη» περίοδο επτά ετών, όταν η ομάδα-θρύλος των έξι συνεχόμενων πρωταθλημάτων ολοκλήρωσε τον κύκλο της.

Κυρίως όμως η συνεισφορά του Μπούκοβι ήταν μη μετρήσιμη, και γι’ αυτό λατρεύτηκε σαν Μεσσίας από τους οπαδούς του Ολυμπιακού: έφερε καινοτομίες που υπερέβαιναν τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, δίνοντας ίδια έμφαση στο αγωνιστικό και εξωαγωνιστικό κομμάτι. Ανέδειξε παίκτες που θεωρούνταν τελειωμένοι, δούλεψε με νέους ποδοσφαιριστές, εκείνους που έπειτα αποτέλεσαν τη μαγιά για τη μεγάλη ομάδα του Γουλανδρή και ενδιαφέρθηκε για κάθε αθλητή του ξεχωριστά. Ο Τύπος στη χώρα έδινε πάντα έμφαση στην τακτική του, ωστόσο ο ίδιος γνώριζε καλύτερα από τον καθένα ότι κανένα σύστημα δεν δουλεύει αν οι παίκτες δεν έχουν πειστεί για την αποτελεσματικότητά του και αν δεν είναι σωστά γυμνασμένοι για να το εφαρμόσουν.

Η παρουσία του Μπούκοβι στην ομάδα του Πειραιά τη δεκαετία του ’60 ήταν καθοριστική, ίσως όχι τόσο για την εξέλιξη του ελληνικού ποδοσφαίρου, μα αδιαμ-φισβήτητα για το πώς μέσα από την αγάπη του κόσμου μετατράπηκε σε μια πατρική φυσιογνωμία για τους Ερυθρόλευκους

Γιατί έφυγε;

Η θητεία του Μάρτον Μπούκοβι στον Ολυμπιακό συνέπεσε με μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το 1967, η χούντα των συνταγματαρχών κατέλαβε την εξουσία και έλεγξε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής. Το ποδόσφαιρο, ως ένα από τα πιο δημοφιλή αθλήματα στην Ελλάδα, δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η χούντα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον αθλητισμό ως εργαλείο προπαγάνδας, προωθώντας την εικόνα ενός ισχυρού και ενωμένου έθνους.

Ο Μπούκοβι, ένας άνθρωπος με βαθιά δημοκρατικά πιστεύω, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με το αυταρχικό καθεστώς. Η παρουσία του, ως μιας προσωπικότητας με διεθνές κύρος και ανεξάρτητη φωνή, αποτελούσε μια πρόκληση για τη χούντα.

Σε μια συνηθισμένη για την εποχή πρακτική, το στρατιωτικό καθεστώς αντικατέστησε τη διοίκηση Ανδριανόπουλου με στρατιωτικούς της εμπιστοσύνης της τον Δεκέμβριο του 1967, για την ακρίβεια πέντε μόλις μέρες πριν ο Μπούκοβι υποβάλλει και εγγράφως την παραίτησή του στο νέο διοικητικό σχήμα.

Η πίεση, ωστόσο, ήταν εμφανής μήνες πριν, με το καθεστώς να επιχειρεί να επέμβει στις αποφάσεις του προπονητή, να επηρεάσει τις επιλογές των παικτών (με κορυφαίο το μπλοκάρισμα της μετακίνησης του Κούδα στους Ερυθρόλευκους) και να ελέγξει την πορεία της ομάδας. Η ανεξαρτησία και η ακεραιότητα του Μπούκοβι δεν επέτρεψαν να υποκύψει στις πιέσεις και η αναταραχή είχε πράγματι ένα κακό διάστημα στο τέλος του 1967.

Παρ’ όλα αυτά, ένα ντεφορμάρισμα δεν θα ήταν ποτέ επαρκής συνθήκη για την αποπομπή, από τη στιγμή μάλιστα που είχε την υποστήριξη των παικτών και του κόσμου, ενώ στην όλη συζήτηση θα πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η συνεχώς διογκούμενη δημοφιλία του, αλλά και η επιβλητική προσωπικότητά του προκαλούσαν ενοχλήσεις και μέσα στις τάξεις των διοικητικών παραγόντων της ομάδας. Η επιστολή της παραίτησής του δεν ήταν δυνατό να μας κάνει σοφότερους, καθώς σε αυτή δήλωνε μόνο την επιθυμία του να αποχωρήσει δίχως να κάνει νύξεις σε πρόσωπα και καταστάσεις. Τη σιωπή του, έσπευσε να την ερμηνεύσει ο Τύπος στα χρόνια που ακολούθησαν χωρίς να συνεισφέρει κάτι σημαντικό αφού σκοπός ήταν να διατηρεί το πέπλο της παραφιλολογίας.

Σε κάθε περίπτωση, η παραίτηση του Μπούκοβι το 1967 ήταν μια πράξη αντίστασης και η αποχώρησή του από τον Ολυμπιακό ήταν μια απώλεια για την ομάδα και για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Η συνεισφορά του Μπούκοβι ήταν μη μετρήσιμη, και γι’ αυτό λατρεύτηκε σαν Μεσσίας από τους οπαδούς του Ολυμπιακού: έφερε καινοτομίες που υπερέβαιναν τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, δίνοντας ίδια έμφαση στο αγωνιστικό και εξωαγωνιστικό κομμάτι

Πριν από τον Ολυμπιακό

Οταν ήρθε στην Ελλάδα, ο Μπούκοβι ήταν ήδη ένας κορυφαίος τεχνικός, ανάμεσα στους καλύτερους της εποχής του. Πολύ γρήγορα η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του και αναδείχθηκε σε κορυφαία μορφή του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου της Ευρώπης. Η φιλοσοφία του Μπούκοβι επηρέασε βαθιά το ουγγρικό ποδόσφαιρο και αποτέλεσε τη βάση για τη «χρυσή ομάδα» της Ουγγαρίας της δεκαετίας του ’50, με τους Πούσκας, Κότσιτς και Χιντεγκούτι. Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν στον πάγκο της εθνικής ομάδας, η επιρροή του ήταν αδιαμφισβήτητη.

Στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’50 εργάστηκε στη ΜΤΚ, με την οποία πανηγύρισε τρία πρωταθλήματα Ουγγαρίας και ένα Κύπελλο. Η θητεία του εκεί ήταν καθοριστική, διότι εκεί ο Μπούκοβι δοκίμασε τον σχηματισμό «4-2-4» με τους παίκτες που συγκροτούσαν και τον κορμό του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Τις ιδέες αυτές εφάρμοσε αμέσως στην Εθνική ο Σέμπες, ενώ ένας άλλος κορυφαίος ούγγρος προπονητής, ο Μπέλα Γκούτμαν, το δίδαξε σε Ευρώπη και Νότια Αμερική.

Η παρουσία του Μπούκοβι στην ομάδα του Πειραιά τη δεκαετία του ’60 ήταν καθοριστική, ίσως όχι τόσο για την εξέλιξη του ελληνικού ποδοσφαίρου, μα αδιαμφισβήτητα για το πώς μέσα από την αγάπη του κόσμου μετατράπηκε σε μια πατρική φυσιογνωμία για τους Ερυθρόλευκους. Ενας χαρακτήρας πάνω απ’ όλα μυθιστορηματικός, που μόνο οι οπαδοί του Ολυμπιακού θα μπορούσαν να του προσδώσουν αυτές τις διαστάσεις.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ