Η επιστροφή της εσωστρέφειας στον ΣΥΡΙΖΑ έχει πάρει γνώριμες μορφές. Η ιδιότυπη συμμαχία μεταξύ του Παύλου Πολάκη και του Νίκου Παππά, η οποία δεν ήρθε μέσα σε μια μέρα, έφτασε τη στιγμή που ο Σωκράτης Φάμελλος έχει επιλέξει να εντείνει τα προσκλητήρια διεύρυνσης – με τα μάτια στραμμένα πρώτα στη Νέα Αριστερά και έπειτα στην πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ελπίζοντας πως θα υπάρξουν και εκεί πρόσωπα που θα αψηφήσουν τα «όχι» του Νίκου Ανδρουλάκη. Ο Πολάκης και ο Παππάς συναντιούνται πολιτικά στην αρνητική τους στάση στην πιθανότητα δημιουργίας νέου φορέα μέσω του φόρουμ διαλόγου που προκρίνει η Κουμουνδούρου, η στρατηγική αυτή ωστόσο δεν είναι το μόνο ζήτημα. Στο τραπέζι τίθεται και το ποιος ελέγχει οργανωτικά το κόμμα – όπως πικρά διαπίστωσε πριν από λίγους μήνες ο Στέφανος Κασσελάκης, πολλά έχουν αλλάξει από τότε που ο σημερινός κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ήλεγχε το πιο κρίσιμο μέρος της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ οι επιστροφές στην Πολιτική Γραμματεία ενισχύουν, τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση, την πλειοψηφία.
Οσοι διαφωνούν με την προσπάθεια που κάνει ο Φάμελλος για επανασύνδεση με τη Νέα Αριστερά έχουν ξεκινήσει να το διατυπώνουν και δημόσια: μόλις προχθές ο Πολάκης επιτέθηκε ξανά μέσω σχολίου στα σόσιαλ μίντια στον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ενώ η Νίνα Κασιμάτη ψήφισε υπέρ της άρσης ασυλίας του βουλευτή της ΝΕΑΡ Φερχάτ Οζγκιούρ. Αν όλο αυτό ακούγεται παλιό, είναι γιατί όντως είναι. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι «53» και οι «6+6» δεν βρίσκονται πια εντός κομματικού μηχανισμού, αλλά εκτός. Μια ενδεχόμενη επιστροφή τους θα διαμόρφωνε άμεσα τις θέσεις ευθύνης εντός μιας μεγάλης, ενιαίας ΚΟ, ενώ θα άλλαζε ευρύτερα τις ισορροπίες και στην κομματική βάση ενόψει και του συνεδρίου του Ιουνίου, το οποίο συντονίζει ήδη μια όχι αμιγώς κομματική Επιτροπή Επανεκκίνησης.
Τι διάθεση υπάρχει στην άλλη πλευρά; Εδώ και δύο εβδομάδες, τα επιτελικά στελέχη της Νέας Αριστεράς προσπαθούν να συμφωνήσουν στην εισήγηση του Πολιτικού Γραφείου προς την Κεντρική Επιτροπή, η οποία αναμένεται να συνεδριάσει το Σαββατοκύριακο που έρχεται. Αγκάθι παραμένει η πρόθεση του Αλέξη Χαρίτση, για την οποία έχει μιλήσει δημόσια, για άμεση δημιουργία ενός τραπεζιού διαλόγου με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις που θέλουν να απαντήσουν στη ΝΔ. Το σκεπτικό του δεν διαφέρει από αυτό του Λαϊκού Μετώπου, σε μια πρόταση που δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ένα ευρύτερο φάσμα από τα οικολογικά κινήματα έως τη σοσιαλδημοκρατία.
Η πλειοψηφία των βουλευτών τάσσεται υπέρ αυτής της πρότασης, καθώς και κάποια στελέχη της παλιάς φρουράς όπως ο Νίκος Βούτσης. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και πρόσωπα όπως ο Νίκος Φίλης και ο Πάνος Σκουρλέτης, οι οποίοι εκτιμούν πως σε αυτή τη φάση σε ένα τέτοιο κάλεσμα θα ανταποκριθεί μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ – σφραγίζοντας, επί της ουσίας, μια επιστροφή την οποία δεν βλέπουν με καλό μάτι ούτε τώρα ούτε σε ένα μέλλον που ενδεχομένως περιέχει τον Αλέξη Τσίπρα σε ηγετική θέση. Οι μεν έχουν την πλειοψηφία στην ΚΟ, οι δε κρατούν σημαντική δύναμη στα όργανα. Η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής θα είναι μια κρίσιμη καμπή, καθώς εκεί θα τεθούν με ένταση τα διλήμματα της επόμενης ημέρας. Εκεί δεν αποκλείεται να ληφθούν και σημαντικές αποφάσεις που αφορούν το μέλλον του κόμματος. Γι’ αυτό, υπό μία έννοια, οι όροι μιας ενδεχόμενης επιστροφής δεν μπορούν να τεθούν επί τάπητος – κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το σχήμα που τελικά θα βρεθεί, αν βρεθεί, να συζητάει με τον ΣΥΡΙΖΑ για την επανένωση μιας μετωπικής κοινοβουλευτικής ομάδας που ενδεχομένως να διεκδικήσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή.
Ο ρόλος του πρώην
Σε κάθε περίπτωση, όλη αυτή η συζήτηση δεν αφορά (τουλάχιστον ακόμα) τον πρώην πρωθυπουργό. Η επίσκεψη του Τσίπρα στο Χάρβαρντ και οι επαφές του με μια σειρά προσωπικοτήτων στη Βοστώνη και στην Ουάσιγκτον, μεταξύ αυτών και ο Μπέρνι Σάντερς, ξεκίνησε μια νέα σειρά σεναρίων για την πιθανότητα η επιστροφή του στην Ελλάδα να συγχρονιστεί με την απόφασή του να ανακοινώσει τη δημιουργία ενός νέου φορέα με στόχο την ενοποίηση του προοδευτικού χώρου. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν υπάρχει στον ορίζοντα, με τους πιο ψύχραιμους να εκτιμούν πως, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, δεν πρόκειται να υπάρξει τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες εκλογές. Αυτό που περιμένει τον Τσίπρα στην Ελλάδα είναι οι ετοιμασίες για ένα διήμερο διεθνές συνέδριο με το Ινστιτούτο τον Ιούνιο, το οποίο ωστόσο δεν θα «πατάει» σε πιθανή πολιτική του επιστροφή. Αυτή η πραγματικότητα δεν εμποδίζει, βέβαια, τους συνομιλητές του να συζητούν τον τρόπο και τον χρόνο ενός τέτοιου ενδεχομένου, ωστόσο ο ίδιος ο Τσίπρας, όπως έχει εξηγήσει στις τελευταίες παρεμβάσεις του, επικεντρώνεται περισσότερο στις πολιτικές που πρέπει να συμφωνήσουν και να προωθήσουν οι πολιτικοί σχηματισμοί της Κεντροαριστεράς και λιγότερο στο ίδιο το υποκείμενο. Στο ίδιο πλαίσιο μοιάζουν να είναι οι επαφές του στις ΗΠΑ: επιστήμονες και πολιτικοί – όπως ο Σάντερς και ο συμπρόεδρος της καμπάνιας του – βουλευτής των Δημοκρατικών Ro Khanna, αλλά και ο γερουσιαστής Edward Markey, συγγραφέας του New Green Deal – που μπορούν, μετά την ήττα από τον Τραμπ, να χαράξουν μια νέα προοδευτική στρατηγική αντιμετώπισης των σύγχρονων ανισοτήτων, που θα καλύπτει τόσο τη μία όσο και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η ανακωχή έληξε νωρίς
Το βράδυ των εσωκομματικών εκλογών στον ΣΥΡΙΖΑ, στο πλάνο πίσω από τον Σωκράτη Φάμελλο, στην είσοδο της Κουμουνδούρου, βρισκόταν ο Παύλος Πολάκης. Ο αψύς Κρητικός, που είχε διανύσει μια σοβαρή προεκλογική περίοδο χωρίς διαδικτυακές εξάρσεις και επιθέσεις, είχε συμφωνήσει λίγα λεπτά πριν πως δεν χρειαζόταν να διεξαχθεί δεύτερος γύρος – ο ίδιος είχε λάβει το 43% του ΣΥΡΙΖΑ και, θεωρήθηκε τότε, εξέφραζε μια δυναμική τάση εντός του κόμματος.
Η αίσθηση της ανακούφισης που επικρατούσε στον ΣΥΡΙΖΑ εκείνες τις μέρες, όταν ο κομματικός μηχανισμός βίωνε τις πρώτες στιγμές ηρεμίας στη μετά Κασσελάκη εποχή, ήταν πιο δυνατή από τις πολιτικές διαφορές: η συνειδητοποίηση πως τα δύσκολα της ανοικοδόμησης μόλις έχουν ξεκινήσει υποχρέωνε τους πάντες, ακόμα και τον Πολάκη, να κάνουν ένα βήμα πίσω, να μη χρεωθούν το επόμενο κύμα εσωστρέφειας. Δεν ήταν όλα καλά, αυτό ήταν βέβαιο. Για το επόμενο διάστημα ωστόσο το ένστικτο της επιβίωσης και η ανάγκη προστασίας του brand του ΣΥΡΙΖΑ μετρούσαν περισσότερο από τις διαφωνίες με τις πολιτικές και οργανωτικές επιλογές της Κουμουνδούρου – ακόμα και από την οδηγία «ναι στα ρεύματα ιδεών, όχι στις τάσεις, τις φράξιες και τα στρατόπεδα» που δόθηκε, ώστε να γίνει σαφές πως ο ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον προσπαθούσε να ξεπεράσει τις δομικές παθογένειές του.
Η ανακωχή κράτησε περίπου τρεις μήνες. Η επαναφορά του Πολάκη στις εργοστασιακές ρυθμίσεις, που επιβεβαιώθηκε στην τελευταία Κεντρική Επιτροπή, ολοκληρώθηκε με τη διατύπωση του Φάμελλου για την προοπτική μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ μέσω ενός φόρουμ διαλόγου με τις υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις. Ο Πολάκης, που απορρίπτει την προσέγγιση με το ΠΑΣΟΚ και δεν θέλει να δει τους πρώην συντρόφους του από τη Νέα Αριστερά να επιστρέφουν με υποσχετικές θέσεων, ξέρει πως αυτή η στρατηγική, όσο άπιαστη κι αν μοιάζει, τον περιλαμβάνει όλο και λιγότερο, πολιτικά και οργανωτικά. Εκείνος είναι το πρόσωπο που επέκρινε τη στρατηγική της κυβερνώσας Αριστεράς και τάσσεται ακόμα εναντίον της συστημοποίησής του. Εκείνος είναι ένα από τα «κόκκινα πανιά» του ΣΥΡΙΖΑ τόσο για τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ όσο και για εκείνα της Νέας Αριστεράς, που δεν ξεχνούν τον ρόλο που έπαιξε στη διαμάχη Κασσελάκη – Αχτσιόγλου.
Η συμμαχία με τον Νίκο Παππά είναι σχεδόν μονόδρομος και για τους δύο. Με το βλέμμα στραμμένο και στο μέλλον, ειδικά στην πιθανότητα επιστροφών από την Αμαλίας, όπου κανείς τους δεν έχει ισχυρό δίαυλο επικοινωνίας.
Πηγή: tanea.gr